του Δημ. Λώλη, Γεωπόνου, 7ο τεύχος “Δρόμου Αγροτών”, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 2006
Η αιγοπροβατοτροφία για την χώρα μας είναι ο σημαντικότερος κλάδος της ζωικής παραγωγής και συμμετέχει κατά 48% στην Ακαθάριστη Αξίας της, ενώ 200.000 περίπου οικογένειες έχουν σαν κύρια απασχόληση τον κλάδο αυτό.
Στην Ε.Ε. εκτρέφονται περίπου 98 εκατομμύρια προβατοειδών και 12 εκατομμύρια αιγοειδών. Από αυτά στην χώρα μας εκτρέφονται 10 εκατ. πρόβατα (10,2%) και 5.5 εκατομ. Αίγες (47,7%).
Η Ε.Ε. είναι η μεγαλύτερη παραγωγός, εισαγωγέας και καταναλωτής αιγοπροβείου κρέατος.
Η παραγωγή γάλακτος περιορίζεται κυρίως στην Ελλάδα, την Ιταλία, την Πορτογαλία, την Ισπανία και τη Γαλλία.
Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε ότι αιγοπρόβατα με κατεύθυνση την γαλακτοπαραγωγή εκτρέφονται και στις γειτονικές μας χώρες όπως η Βουλγαρία, η ΠΓΔΜ (Σκόπια) η Ρουμανία και η Τουρκία
Για την χώρα μας ο κλάδος της αιγοπροβατοτροφίας έχει ιδιαίτερη σημασία δεδομένου ότι αξιοποιούνται εκτάσεις ορεινές μειονεκτικές που θα ήταν αδύνατο να αξιοποιηθούν διαφορετικά. Αναφέρουμε ότι το 78% των προβάτων και το 91% των αιγών εκτρέφεται στις ορεινές και μειονεκτικές περιοχές της χώρας, όπου κατά κανόνα η αιγοπροβατοτροφία αποτελεί τον κύριο παραγωγικό κλάδο και όπου οι εναλλακτικές λύσεις απασχόλησης είναι δύσκολες αν όχι αδύνατες. Ειδικά σήμερα μετά και τον περιορισμό της καλλιέργειας του καπνού.
Ο κλάδος αυτός είναι από τους καλύτερα προσαρμοσμένους στις εδαφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες της χώρας μας και αξιοποιεί εκτάσεις και υπολείμματα της φυτικής παραγωγής που άλλως θα έμεναν ανεκμετάλλευτα.
Φέρει μια μακρά παράδοση, ασκείται κυρίως κατά το ποιμνιακό σύστημα και έχει γαλακτοπαραγωγική κατεύθυνση.
Στην χώρα μας παράγονται 630.000 τόνοι πρόβειου και 420.000 τόνοι γίδινου γάλακτος από τους οποίους το 90 % του πρόβειου και το 80,0% του γίδινου τυροκομείται. Κατά 75% παράγονται μαλακά τυριά που κυρίως είναι ΦΕΤΑ
Παράγονται παραδοσιακά προϊόντα πολλά από τα οποία είναι Προϊόντα Ονομασίας Προελεύσεως (ΠΟΠ) με κυριότερο το τυρί ΦΕΤΑ, που βρίσκουν αξιόλογη θέση στις αγορές του εσωτερικού και του εξωτερικού.
Πέραν όμως από ην οικονομική σημασία του κλάδου μπορούμε να διακρίνουμε επίσης τις παρακάτω θετικές επιπτώσεις στο περιβάλλον όπως:
v Η λειτουργία του οικοσυστήματος και η διατήρηση της βιοποικιλότητας
v Η διατήρηση της επισκεψιμότητας ενός χώρου και η αποφυγή πυρκαγιών
v Η διατήρηση ενός πολιτιστικού περιβάλλοντος – μνήμες
Ο κλάδος αυτός χαρακτηρίζεται από μεγάλο βαθμό διαφοροποίησης μεταξύ των εκμεταλλεύσεων ως προς το μέγεθος, τις σταυλικές εγκαταστάσεις, την παραγωγή κ.λ.π. ενώ τα τελευταία χρόνια η συμμετοχή των συγκομιζόμενων ζωοτροφών βαίνει αυξανόμενη και διαγράφεται μία τάση δημιουργίας προβατοτροφικών μονάδων στην πεδινή ζώνη με μονάδες σταβλισμένης εκτροφής με μεγαλύτερο βαθμό εκμηχάνισης και φυσικά περισσότερα επενδυμένα κεφάλαια. Η μορφή αυτή διαμορφώνει περισσότερο κοινωνικά αποδεκτές συνθήκες αλλά το μέγεθος του επενδυμένου κεφαλαίου είναι μεγάλο (800-900 ευρώ / θέση προβατίνας περίπου)
Από την άλλη πλευρά διαφαίνεται και η τάση παραγωγής προϊόντων ποιότητας, προϊόντων βιολογικής εκτροφής ή ολοκληρωμένης παραγωγής, που ταιριάζει περισσότερο η εκτατική εκτροφή.
Ο κλάδος αυτός παρόλο που προαναφέραμε ότι είναι ο καλύτερα προσαρμοσμένος στις εδαφοκλιματικές συνθήκες της χώρας μας είναι ένας κλάδος που χαρακτηρίζεται από χαμηλή παραγωγικότητα, από κακές σταυλικές εγκαταστάσεις, από μικρό βαθμό εκμηχάνισης, από περιορισμένη ενασχόληση με τον κλάδο νέων ανθρώπων, από την έλλειψη βασικών υποδομών (δρόμοι, ηλεκτρικό ρεύμα, νερό) κ.λ.π.
Τα προβλήματα της Ελληνικής αιγοπροβατοτροφίας σχετίζονται βέβαια με τα γενικότερα προβλήματα της υπαίθρου και της ελληνικής γεωργίας γενικότερα, όπου το κοινωνικό και το οικονομικό περιβάλλον δεν είναι ενθαρρυντικό ειδικότερα για τους νέους που θέλουν να ασχοληθούν με το αντικείμενο.
Φαίνεται γενικότερα η απουσία μιας ολοκληρωμένης και μακροχρόνιας πολιτικής για την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας ενώ η στήριξη σε επίπεδο κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης συνεχώς μειώνεται τόσο στα ζωοτεχνικά θέματα, όσο και στα θέματα κτηνιατρικής περίθαλψης.
Μετά την αναθεώρηση της ΚΑΠ 2003-04 φαίνεται ότι θα επιταχυνθεί η έξοδος ηλικιωμένων αιγοπροβατοτρόφων που είτε έχουν εκτατικά δικαιώματα είτε έχουν ειδικά με την υποχρέωση να εκτρέφουν τα μισά ζώα για να εισπράττουν την ενιαία αποδεσμευμένη ενίσχυση. Φαίνεται επίσης ότι θα έχουμε αύξηση των σανοδοτικών φυτών όπως μηδική , βίκος κ.λ.π. και ως εκ τούτου μείωση της τιμής των.
Αυτό όμως που είναι το ζητούμενο είναι έχει μέλλον ο κλάδος αυτός;
Ένας κλάδος με τόση μεγάλη και μακρόχρονη παράδοση δεν εγκαταλείπεται εύκολα. Αλλά για να έχει μέλλον η αιγοπροβατοτροφία στην χώρα μας θα πρέπει: αφενός να μην χάσουμε την ντόπια αγορά για τα τυριά μας και αφετέρου να κατακτήσουμε και νέες αγορές του εξωτερικού. Υπάρχει μια εκτίμηση ότι στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο συνολικός τζίρος κατανάλωσης τυριού με το όνομα ΦΕΤΑ ανέρχεται στο ποσό του 1 δις ευρώ τον χρόνο, ενώ οι εξαγωγές από την Ελλάδα ανέρχονται περίπου στους 130 εκατ. ευρώ. Φαίνεται ότι υπάρχει μια θετική προοπτική εξαγωγών από το 2007 και μετά που πρέπει να ενισχυθεί με την κατάλληλη προβολή και φυσικά με την μεγάλη προσοχή να παράγουμε πάντα σταθερά ποιοτικό προϊόν στις προβλεπόμενες προδιαγραφές. Είναι προφανές ότι οι εταιρείες που παράγουν σήμερα τα διάφορα λευκά τυριά με την ονομασία φέτα θα προσπαθήσουν πάση θυσία να διατηρήσουν το μερίδιο της αγοράς τους.
Εδώ μπαίνει το ερώτημα μπορεί η φέτα να αποτελέσει το Ελληνικό «ροκφόρ» και να πωλείται σε δι-τριπλάσιες τιμές από τα άλλα λευκά τυριά; Θεωρούμε ότι μπορεί και πρέπει να έχει μια διαφορά τιμής αλλά ας μην ξεχνάμε ότι η φέτα είναι ένα «λαϊκό» τυρί και δεν έχει περιθώρια μεγάλων διαφοροποιήσεων τιμών προς τα πάνω.
Στην μάχη να κρατηθεί και η ντόπια αγορά, θεωρούμε ότι πρέπει να στηριχθεί ο αγροτουρισμός στις περιοχές με επισκεψιμότητα , η δημιουργία μικρών τυροκομείων, η προώθηση τοπικών ή και βιολογικών προϊόντων, προϊόντων ΠΟΠ ή αγροκτήματος. Όπου δε υπάρχει πολύ γίδινο γάλα να αναδειχθούν τοπικά γίδινα τυριά
Αντιλαμβάνεται κανείς ότι το αύριο της αιγοπροβατοτροφίας δεν αφορά μόνον τους αιγοπροβατοτοτρόφους και ούτε μπορούν να αντιμετωπιστούν τα όποια προβλήματα μόνον από αυτούς. Χρειάζεται πρωτοβουλία από την πολιτεία και την συνεργασία των αιγοπροβατοτρόφων, των τυροκόμων, του δικτύου προώθησης διανομής, εμπορίας προϊόντων αιγοπροβατοτροφίας, των φορέων ελέγχου, των κέντρων γενετικής βελτίωσης ζώων, των ΑΕΙ & ΤΕΙ κ.λ.π.
Βασική παράμετρος είναι και η συνεργασία και η οργάνωση των αγοπροβατοτρόφων σε τοπικό και ευρύτερο επίπεδο. Μέσα από τέτοιες συνεργασίες μπορεί να επιταχυνθεί η δημιουργία υποδομών, η ορθολογική διαχείριση εισροών (ζωοτροφές, φάρμακα), η τεχνική και επιστημονική στήριξη, η καλλίτερη εκπροσώπηση στις διάφορες οργανώσεις.
Θα ήθελα να αναφέρω εδώ σαν χαρακτηριστικό της κακής οργάνωσης και της έλλειψης μιας ολοκληρωμένης πολιτικής για την στήριξη της κτηνοτροφίας το ότι οι κτηνοτρόφοι μας εξαναγκάζονται να πηγαίνουν στην Γαλλία να φέρνουν πρόβατα γαλακτοπαραγωγής για μονάδες σχετικά σταβλισμένου τύπου, ενώ θα μπορούσαν να υπάρχουν ζώα σημαντικών ντόπιων φυλών.
Μιας και αναφερθήκαμε στις μονάδες σταβλισμένου τύπου πρέπει να πούμε ειδικότερα στους νέους που θα θελήσουν να ασχοληθούν με τον κλάδο ότι είναι αναμφίβολα μια τάση, που θέλει όμως προσοχή.
Η αιγοπροβατοτροφία δεν «βιομηχανοποιείται» τόσο εύκολα. Καλά είναι να προτιμούμε μονάδες με λογικό μέγεθος, ελαφρές λειτουργικές κατασκευές μικρού κόστους με μηχανήματα ανάλογα του μεγέθους της μονάδας μας.
Θεωρούμε ότι χρειάζεται μια συστράτευση όλων για την
o Δημιουργία θεσμικού πλαισίου για οριοθέτηση των βοσκοτόπων- δημιουργία κτηνοτροφικών ζωνών και απλούστευση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος που διέπει τα βοσκοτόπια.
o Δημιουργία υποδομών στους βοσκότοπους και βελτίωση της παραγωγικής ικανότητας των.
o Ανάπτυξη της έρευνας στα τεχνικά, οικονομικά και κοινωνικά θέματα που αφορούν την κτηνοτροφία.
o Εκπαίδευση ενημέρωση των κτηνοτρόφων και μέσω πρότυπων μονάδων.
o Δημιουργία ή και στελέχωση υπαρχουσών δομών στήριξης της κτηνοτροφικής παραγωγής (Δ/νσεις Γεωργίας, Κτηνιατρικής, Έρευνας κ.λ.π.)
o Εφαρμογή προγραμμάτων αύξησης των χονδροειδών ζωοτροφών. Θεωρούμε θετικό να επιδοτείται η καλλιέργεια ψυχανθών για παραγωγή σανών στα πλαίσια αμειψισποράς ειδικά στα προγράμματα μείωσης της νιτρορρύπανσης
o Αύξηση των ποσοστών οικονομικής ενίσχυσης κατά 10% σε σχέση με αυτά που ισχύουν σήμερα για την δημιουργία κτηνοτροφικών μονάδων.
o Συντόμευση των διαδικασιών- μείωση της γραφειοκρατίας στις επενδύσεις του τομέα της κτηνοτροφίας στα πλαίσια των ΚΠΣ ή εθνικών προγραμμάτων.
o Απλούστευση των διαδικασιών έγκρισης περιβαλλοντικών όρων και έκδοση των αδειών ίδρυσης και λειτουργίας των κτηνοτροφικών μονάδων
o Αυστηρός έλεγχος ώστε τα προϊόντα που εισάγονται από το εξωτερικό να μη βαπτίζονται ως ελληνικά.