του Αντώνη Μωυσίδη, Καθηγητή Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής Παντείου Πανεπιστημίου, 7ο τεύχος “Δρόμου των Αγροτών”, Νοέμβριος – Δεκεμβριος 2006
Τον τελευταίο καιρό και με την ευκαιρία των σκανδάλων που αφορούσαν γαλακτοβιομηχανίες, άνοιξε ένας μεγάλος κύκλος αποκαλύψεων και πληροφοριών για τους τρόπους και μορφές συνεργασίας μεταξύ των κτηνοτρόφων και βιομηχανιών γάλακτος, για τις βάσιμες υποψίες για το καρτέλ των τελευταίων, τις περίφημες εναρμονισμένες πρακτικές και για την πίεση και τους εκβιασμούς που ασκούνται στους κτηνοτρόφους τόσο για το ύψος της τιμής του γάλακτος που θα πουλήσουν όσο και για την επιβολή της νομιμοφροσύνης στους κανόνες του καρτέλ γάλακτος.(Ελευθεροτυπία 27/30-9 και 31-10-06).
Δε θα σταθούμε στα πολλά και σημαντικά ζητήματα που άνοιξαν οι αποκαλύψεις αυτές για ένα σοβαρό τμήμα των παραγωγών μας αλλά και των καταναλωτών γαλακτοκομικών προϊόντων. Θέλουμε, όμως, να τονίσουμε ότι όλα αυτά, τα κατά τεκμήριο σε βάρος των αγροτών-παραγωγών, συμβαίνουν σε ένα καθεστώς συνεργασίας στο οποίο υπογράφονται συμβόλαια παραγωγής μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών γαλακτοπαραγωγών και γαλακτοβιομηχανιών. Σε ένα καθεστώς, δηλαδή, στο οποίο, συμβάλλονται δύο ή περισσότεροι παραγωγοί ή συλλογικοί τους φορείς και εμπορικές ή μεταποιητικές επιχειρήσεις. Οι δύο πλευρές, εκφράζοντας τα επιμέρους συμφέροντά τους, συμφωνούν, κατά τον αστικό κώδικα αλλά και την κοινή λογική, σε ένα πλαίσιο αμοιβαίας ωφέλειας αλλά και δέσμευσης ότι θα τηρήσουν κάποιους κανόνες. Πρόκειται για τις περίφημες «χρυσές», για παραγωγούς και μεταποιητές, συμφωνίες, στις οποίες, σύμφωνα με «το ιδεατό σενάριο [που] προβλέπεται ότι οι εταιρείες μεταποίησης και εμπορίας αγροτικών προϊόντων, είτε ελέγχονται από ιδιώτες, είτε από συνεταιρισμούς, θα ορίζουν τους όρους ποιότητας, τις ποικιλίες φυτών ή τα είδη του ζωικού κεφαλαίου και τις ποσότητες προϊόντων και πρώτων υλών που θα απορροφούν από τους παραγωγούς βάσει προκαθορισμένων συμβολαίων» (Αγρόκτημα, 5/2005, σελ.22). Φαίνεται, όμως, ότι οι «χρυσές» αυτές συμφωνίες είτε δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις τόσο χρυσές ή σε κάποια σημεία τους δε λειτουργούν δίκαια ή αμοιβαία επωφελώς, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τα προβλήματα που προέκυψαν μεταξύ γαλακτοπαραγωγών και γαλακτοβιομηχανιών.
Που μπορεί να οφείλεται αυτό; Στους όρους των συμβολαίων, στην αδυναμία να ορίζεται δίκαια η κατανομή της ωφέλειας, στη μη τήρηση των δεσμεύσεων και όρων ή σε άλλους λόγους;
Αυτά τα ερωτήματα μας δίνουν την ευκαιρία να ξαναδούμε, με συντομία, τι είναι ακριβώς τα Συμβόλαια Παραγωγής ή Συμβολαιακή Παραγωγή, ποιοι οικονομικοί, παραγωγικοί, κοινωνικοί ή άλλοι λόγοι τους επέβαλαν, τι συνέπειες έχει η εφαρμογή τους, από οικονομική, κοινωνική και παραγωγική σκοπιά, για τις συμβαλλόμενες πλευρές αλλά κυρίως για του αγρότες –παραγωγούς.
Η έννοια και οι προσδιοριστικοί παράγοντες της συμβολαιακής παραγωγής
Με τον όρο Συμβολαιακή Μορφή Παραγωγής ή Συμβολαιακή Γεωργία εννοούμε τον τύπο εκείνο της αγροτικής παραγωγής που γίνεται στη βάση ενός συμβολαίου ή μιας σύμβασης ή ενός συμφωνητικού, οπωσδήποτε δηλαδή σύμφωνα με τους όρους που περιλαμβάνονται σε μια γραπτή συμφωνία μεταξύ μεμονωμένων ή συνεταιρισμού αγροτών από τη μια μεριά και μη αγροτικών επιχειρήσεων από την άλλη που προμηθεύουν την αγροτική εκμετάλλευση με μέσα παραγωγής ή αγοράζουν το αγροτικό προϊόν ή και τα δύο.
Βασικός στόχος του συμβολαίου είναι ή θα πρέπει να είναι η έκφραση των συμφερόντων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων πλευρών καθόλη τη διάρκεια ισχύος της συμφωνίας.
Οι όροι που περιέχει ή πρέπει να περιέχει ένα συμβόλαιο, ανάλογα με το υπό διαπραγμάτευση προϊόν, αφορούν, συνήθως, εκτός από τα ατομικά στοιχεία των συμβαλλόμενων, στα ακόλουθα: α) Χρονική διάρκεια ισχύος, β) ελάχιστη ή ακριβής ποσότητα του προϊόντος που πρέπει να παραδοθεί ή να παραληφθεί, γ) ο χρόνος, ο τόπος και ο τρόπος παράδοσης, δ) η περιγραφή και κλιμάκωση της ποιότητας του προϊόντος, ε) η τιμή, ανά μονάδα-κιλό, του προϊόντος και ο τρόπος πληρωμής, στ) οι διαδικασίες ρύθμισης ενδεχόμενων διαφορών μεταξύ των συμβαλλόμενων πλευρών και ζ) η ποινική ρήτρα που προβλέπει κυρώσεις κατά των παραβατών. Ανάλογα με το είδος του προϊόντος μπορούν να αναφέρονται και άλλες ειδικότερες δεσμεύσεις όπως οι ποικιλίες του προς παραγωγή προϊόντος, ο χρόνος φύτευσης, λίπανσης ή συγκομιδής κλπ., το είδος των μέσων μεταφοράς(τελάρα κλπ.), το μίνιμουμ ξένης ύλης ή φθοράς κλπ. οι διαδικασίες και ο χρόνος εκτροφής στην περίπτωση της ζωικής παραγωγής κ.ά.
Η διεθνής αλλά και η ελληνική εμπειρία έδειξε ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό στη σύνταξη των συμβολαίων να είναι σαφής και κατανοητή η διατύπωση των όρων ώστε να μην επιτρέπονται παρερμηνείες. Στο ζήτημα αυτό επισημαίνεται το, συνήθως, χαμηλό επίπεδο μόρφωσης του μέσου αγρότη και η άγνοια νομικών όρων και εκφράσεων που αποτελούν μια πρόσθετη διαπραγματευτική δυσκολία.
Ανάλογα δε με τη βαρύτητα και τον αριθμό των δεσμεύσεων που περιλαμβάνει ένα συμβόλαιο μπορεί να καταταγεί αυτό στα περισσότερο ή λιγότερο αυστηρά.
Σε ότι αφορά στους δυνητικούς συμβαλλόμενους των αγροτών, αυτοί μπορεί να είναι: α) Ιδιωτικές επιχειρήσεις(βιομηχανικές ή εμπορικές), β) Ιδιωτικές επιχειρήσεις σε συνδυασμό με συγκεκριμένη παρέμβαση του κράτους, γ) συνεταιριστικές επιχειρήσεις, δ) συνεταιρισμοί και συνεταιριστικές επιχειρήσεις των ίδιων των συμβαλλόμενων αγροτών, ε)κρατικές επιχειρήσεις και στ) κρατικές επιχειρήσεις με δια νόμου εξαναγκασμό.
Κοινωνικά και οικονομικά αίτια της εμφάνισης και ανάπτυξης της Συμβολαιακής Παραγωγής.
Τα κύρια αίτια που προκάλεσαν στην εμφάνιση και περαιτέρω ανάπτυξη της μορφής αυτής παραγωγής βρίσκονται στην ίδια τη δυναμική της ανάπτυξης του καπιταλιστικού συστήματος. Βαθιές κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές στο πέρασμα του χρόνου που έκαναν εμφανείς τόσο τις ανισότητες στο επίπεδο ανάπτυξης και οργάνωσης της παραγωγής μεταξύ του αστικού τομέα της κοινωνίας και οικονομίας και του αγροτικού. Από την άλλη, έγιναν πηγή νέων παραγωγικών και διατροφικών αναγκών και τελικά επέβαλλαν νέες μορφές παραγωγικής και οργανωτικής προσέγγισης που θα διορθώσουν τις ανισορροπίες που προκύπτουν.
Ένα τέτοιο αίτιο π.χ. είναι η ταχεία μεταπολεμική συγκέντρωση του πληθυσμού στα αστικά κέντρα που προέβαλε την ανάγκη για μαζική παραγωγή και τροφοδοσία προϊόντων διατροφής και, στο βαθμό που ήταν δυνατό, τυποποιημένων, ενώ συνοδεύτηκε, με τη σταδιακή έξοδο της γυναίκας στην αγορά εργασίας, από σημαντικές αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες. Αντίστοιχοι λόγοι ίσχυαν και για την προμήθεια πρώτων υλών για τη βιομηχανία. Η ανάγκη για την προμήθεια των μεγάλων αυτών όγκων των προϊόντων επέβαλλαν αναπόφευκτα μεγαλύτερες παραγωγικές, εμπορικές ή άλλες μονάδες και άρα και νέες μορφές οργάνωσης. Μια πιο εξειδικευμένη, δηλαδή, και καταμερισμένη αλυσίδα δραστηριοτήτων από την παραγωγή της πρώτης ύλης μέχρι τη διάθεση του τελικού προϊόντος στην αγορά (μεταφορές, αποθήκευση, επεξεργασία, μεταποίηση, εμπορία).
Οι αστικοί τομείς της οικονομίας προσαρμόστηκαν στα νέα αυτά χαρακτηριστικά της παραγωγής μέσα από την συγκεντροποίηση ή τη μεγέθυνση των παραγωγικών και εμπορικών τους μονάδων και μάλιστα, στο πέρασμα του χρόνου, αυξάνονται και οι ολιγοπωλιακές καταστάσεις. Από την άλλη μεριά, όμως, ο άλλος «εταίρος», ο αγροτικό τομέας, εμφανίζεται αναντίστοιχος και ανορθολογικός καθώς χαρακτηρίζεται από τις εκατοντάδες χιλιάδες μικρές οικογενειακές εκμεταλλεύσεις, με τον πολυπαραγωγικό τους χαρακτήρα, τη χρονικά πολυδιασπασμένη, ποσοτικά ακανόνιστη και ποιοτικά ανόμοια παραγωγή τους και άρα την από έτος σε έτος υπέρ- ή υποπροσφορά, την αστάθεια των τιμών κλπ. γεγονός που θέτει εμπόδια στην ανάπτυξη των επιμέρους τομέων αλλά και της συνολικής εθνικής οικονομίας.
Και εδώ είναι ακριβώς που τον εξορθολογισμό της αγροτικής παραγωγής έρχεται να αναλάβει-επιβάλλει το ενδιαφερόμενο Κεφάλαιο αυτόνομα ή με τη συνδρομή του Κράτους ή και το Κράτος από μόνο του προωθώντας νέες μορφές οργάνωσης της αγροτικής παραγωγής, όπως ακριβώς η παραγωγή με συμβόλαια. Τα συμβόλαια εδώ λειτουργούν ως μέσα προώθησης της εξειδίκευσης και ελέγχου της παραγωγής αλλά και σαν ένας τρόπος άτυπης και έμμεσης συγκεντροποίησης της αγροτικής παραγωγής που επιτρέπει, χωρίς άλλες κοινωνικές τριβές, τη μεγάλη και ομοιογενή προσφορά, συντονισμένη απόλυτα με τις ανάγκες των μεγάλων βιομηχανικών και εμπορικών μονάδων και άρα και της αγοράς των αστικών κέντρων. Σημειώνουμε δε εδώ, ότι μια ιδιότυπη και αυστηρή μορφή κρατικού/κεντρικού προγραμματισμού και ελέγχου της αγροτικής παραγωγής είναι και η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης των ποσοστώσεων σε συνδυασμό με την αρχή της συνυπευθυνότητας καθώς όμως και άλλες πτυχές της ΚΑΠ, όπως οι θεσμικά διαμορφωμένες τιμές κάθε χρόνο.
Οι οικονομικές, οργανωτικές και κοινωνικές επιπτώσεις των συμβολαίων παραγωγής
Μέσα από τη διαδικασία αυτή της υπογραφής συμβολαίων, ο αγροτικός τομέας εισέρχεται σε ένα νέο και εντατικότερο στάδιο εξάρτησης από τον αστικό τομέα της οικονομίας. Η αγροτική εκμετάλλευση μεταβάλλεται ουσιαστικά σε έναν κρίκο μιας κάθετα οργανωμένης αλυσίδας παραγωγής στην οποία κυρίαρχη είναι η μη αγροτική επιχείρηση. Οι επιπτώσεις της μορφής αυτής παραγωγής και των σχέσεων που συνεπάγονται για τους αγρότες στο οικονομικό επίπεδο, στον τομέα της οργάνωσης της παραγωγής αλλά και στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο είναι πολύ σημαντικές. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί μελετητές ονομάζουν τους συμβαλλόμενους αγρότες «ψευδό- γεωργούς» ή «έμμεσους προλετάριους» ή «κατ’ οίκον εργάτες, ενώ σε μια έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σημειώνεται χαρακτηριστικά ότι «σε μερικές περιπτώσεις ο αγρότης μεταβάλλεται σε «ημερομίσθιο» κάτω από έναν εργοδότη, ο οποίος κανονίζει τι και πώς θα παράγει, πόσο όγκο και σε ποια τιμή». Το πρόβλημα και η εξάρτηση των αγροτών επιτείνονται όταν η αστική επιχείρηση δανειοδοτεί την αγροτική εκμετάλλευση για την αγορά μέσων παραγωγής ή παρέχει εισροές και υπηρεσίες εν όψει της αγοράς του τελικού προϊόντος, ελέγχοντας ως έμμεσος πλέον κάτοχος των μέσων παραγωγής τη συμπεριφορά, κυρίως, του μικρού παραγωγού. Οι συνθήκες λειτουργίας των μικρών αγροτών και όχι μόνο αυτών, γίνονται ακόμα πιο δύσκολες όταν διαπιστώνονται λογικές καρτέλ και εναρμονισμένες πρακτικές στη διαμόρφωση των τιμών ή στην αντιμετώπιση «δύστροπων» παραγωγών με αποκλεισμούς ή μέσα από τη δημιουργία «μαύρης λίστας» δυσφορούντων ή μη αποδοτικών παραγωγών.
Συνοπτικά, σημειώνουμε ότι μέσα από τα συμβόλαια παραγωγής συρρικνώνεται σημαντικά η όποια αυτονομία και παρεμβατική ικανότητα των αγροτών, καθώς οι ίδιοι και οι εκμεταλλεύσεις τους μετατρέπονται σε ένα απλό εξάρτημα μιας παραγωγικής διαδικασίας που αποβλέπει, κατά κύριο λόγο, στη μεγαλύτερη αξιοποίηση του κεφαλαίου των μονάδων του αστικού τομέα και ειδικότερα των ολιγοπωλιακών μονάδων μεταποίησης και εμπορίας προϊόντων διατροφής.
Πέραν, όμως, από τις αρνητικές της διαστάσεις, δε μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι η Συμβολαιακή Παραγωγή μπορεί να έχει και θετικές λειτουργίες. Για μεν την εθνική οικονομία, μέσα από τον εξορθολογισμό του κυκλώματος της παραγωγής, επεξεργασίας και διάθεσης των προϊόντων και άρα την αύξηση της αποτελεσματικότητας της συνολικής οικονομίας.
Για τις επιχειρήσεις του αστικού τομέα οι ωφέλειες είναι προφανείς. Η υπογραφή συμβολαίων με τους χιλιάδες των μικροπαραγωγών τους επιτρέπει σ’ αυτές τον έγκαιρο προγραμματισμό της συγκέντρωσης, της μεταφοράς και αποθήκευσης των πρώτων υλών, τον έλεγχο του όγκου, της ποιότητας, της ομοιογένειας και της συνέχειας στην παράδοση της πρώτης ύλης χωρίς να αναλαμβάνουν κανέναν από τους κινδύνους που συνεπάγεται η αγροτική παραγωγή είτε επενδύοντας δικά τους κεφάλαια σε γη ή ζώα, ή σε μέσα παραγωγής και εργασία είτε αντιμετωπίζοντας το κόστος των κινδύνων που προκύπτουν από την ίδια τη φύση της αγροτικής παραγωγής(δυσμενείς καιρικές συνθήκες, ασθένειες κλπ.). Η δυνατότητα ενός μακροπρόθεσμου προγραμματισμού της δικής τους παραγωγής και της διάθεσης του τελικού προϊόντος(κλείσιμο αγορών κλπ.) είναι μια περαιτέρω θετική πτυχή.
Για τους συμβαλλόμενους αγρότες οι ωφέλειες εντοπίζονται κυρίως στην εξασφάλιση της διάθεσης των προϊόντων και άρα στη βεβαιότητα του προσδοκώμενου εισοδήματος, στις ενδεχόμενες διευκολύνσεις χρηματοδότησης της παραγωγής ή ορισμένων αναγκαίων επενδύσεων καθώς και στην προσφορά, ανάλογα με το προϊόν, προηγμένης τεχνολογίας από μέρους των επιχειρήσεων. Όλα αυτά, όμως, μπορούν να αποβούν θετικά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι τα συμβόλαια διαμορφώνονται και υπογράφονται υπό συνθήκες ισοτιμίας ώστε οι δεσμεύσεις και οι όροι όχι μόνο να είναι αμοιβαία επωφελείς αλλά και να εκπληρώνονται, ιδιαίτερα από την πλευρά των μεγάλων επιχειρήσεων του αστικού τομέα που υπερέχουν συντριπτικά σε διαπραγματευτική ισχύ. Για την ισοτιμία αυτή, με στόχο τη διασφάλιση του εισοδήματος της αδύναμης πλευράς, δηλαδή των παραγωγών, είναι απαραίτητη η ενίσχυση της διαπραγματευτικής τους θέσης είτε με την διαμεσολάβηση του κράτους ή των συλλογικών φορέων των αγροτών όπως π.χ,. οι συνεταιρισμοί στη σύνταξη των συμβολαίων. Η πολυδιάσπαση των μικρών οικογενειακών εκμεταλλεύσεων αποτελεί ένα σοβαρότατο διαπραγματευτικό μειονέκτημα, που εύκολα οδηγεί σε εκβιασμούς του τύπου των συμφωνητικών που περιλαμβάνουν «αυτοτιμολογήσεις» (Ελευθεροτυπία, 27-9-06) ή «αναλύσεων –μαϊμούδων»(Ελευθεροτυπία, 31-10-06), ή μετρήσεις περιεκτικότητας από τις ίδιες τις εταιρείες, όπως η βιομηχανία ζάχαρης κλπ. Η συλλογική διαπραγμάτευση και υπογραφή συμβολαίων αποτελεί την πιο ενδεδειγμένη λύση και ίσως και τη μοναδική, για τους μικρούς παραγωγούς. Ειδικά σήμερα, που το κεντρικό κράτος αποσύρεται, στο όνομα του ανταγωνισμού, από το πεδίο της διευθέτησης δυσαρμονιών στη λεγόμενη ελεύθερη αγορά για την προστασία των αδύναμων διαπραγματευτικά «παικτών» της. Ειδικότερα, η υιοθέτηση από τα κόμματα εξουσίας της φιλελεύθερης άποψης για τη, χωρίς έλεγχο, δράση των μηχανισμών του περίφημου ανταγωνισμού που οδηγούν, τελικά, στην περαιτέρω ισχυροποίηση των ισχυρών, αποτελεί το μεγαλύτερο, ίσως, κίνδυνο για την επιβίωση των μικρών αγροτών. Το πρόσφατο παράδειγμα στην αγορά του γάλατος και των γαλακτοκομικών και η ανησυχία των κτηνοτρόφων για την αδυναμία τους απέναντι στις ολιγοπωλιακές συνθήκες που επικρατούν στους αντίστοιχους κλάδους του αστικού τομέα επιβεβαιώνει την παραπάνω επισήμανση.
Και μόνο αυτό το παράδειγμα μπορεί να αποτελέσει σημαντικό λόγο για την ενωτική και συλλογική αντιμετώπιση από την πλευρά των μικρών αγροτών των εκάστοτε προβλημάτων τους, όπως π.χ. η υπογραφή συμβολαίων παραγωγής.