της Ειρήνης Κατσινοπούλου, Γεωπόνου, 18 ο τεύχος “Δρόμου των Αγροτών”, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2008

Η παγκόσμια διατροφική κρίση που κορυφώθηκε το 2008, εκφράστηκε με ιλιγγιώδεις αυξήσεις τιμών, έλλειψη διατροφικών ειδών και ένταση της πείνας του αναπτυσσόμενου κόσμου. Ταυτόχρονα, θεωρήθηκε σαν η καταλληλότερη μέθοδος επιβολής ορισμένων τεχνικών και προϊόντων που παρά την επιθετική τους προώθηση, είχαν αρχίσει να χάνουν έδαφος: τα γενετικά τροποποιημένα και τα βιοκαύσιμα. Μέσα από την κρίση καταδεικνύεται ο βαθμός στον οποίο συμπλέκονται μεταξύ τους το ενεργειακό και το διατροφικό ζήτημα, αφού ουσιαστικά πηγές ενέργειας και διατροφης εξαρτώνται ολοένα και περισσότερο από ένα ολιγοπώλιο εταιρειών.
Στους πρώτους τρεις μήνες του 2008, η τιμή του ρυζιού στην Ασία διπλασιάστηκε. Σε ένα χρόνο, η τιμή του σιταριού παγκοσμίως ανέβηκε κατά 130%. Οι χώρες εξαγωγής δημητριακών έκλεισαν τα σύνορά τους για να προστατεύσουν την εγχώρια αγορά, ενώ οι χώρες εισαγωγής αγόραζαν πανικόβλητες ό,τι έβρισκαν. Την ίδια στιγμή, το 2007 ήταν χρονιά-ρεκόρ για την παραγωγή αγροτικών προϊόντων, ξεπερνώντας τους 2.3 δις τόνους και παρουσιάζοντας αύξηση 4% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά..
Οι δικαιολογίες για την κρίση ήταν πολλές: δυσμενή καιρικά φαινόμενα, ξηρασία και πλημμύρες, αύξηση της κατανάλωσης κρέατος σε Ινδία και Κίνα, η δέσμευση γης για αγροκαύσια κ.ο.κ. Το ενδιαφέρον όμως είναι, ότι πολλές εταιρείες, μέσα στο μεγάλο κύμα της διατροφικής κρίσης ως τα μέσα του 2008, αύξησαν ιλιγγιωδώς τα κέρδη τους. Αυτό ισχύει τόσο για τις πολυεθνικές των αγροχημικών, όσο και για τις αλυσίδες τροφίμων.
Είναι ενδιαφέρον ότι οι χρονιές της “διατροφικής κρίσης” είναι ταυτόχρονα και οι χρονιές που οι κολοσσοί διατροφικών προϊόντων σημείωσαν κέρδη-ρεκόρ: Τα μεγαλύτερα αφορούν δύο τομείς, που ελέγχονται πλήρως από ένα ολιγοπώλιο πολυεθνικών στα λιπάσματα και τα σιτηρά. Η Cargill, η ADM, η Con-Agra, η Bunge ( HΠΑ), η Charoen (Ταϊλάνδη), η Νoble Group (Σιγκαπούρη ), σημείωσαν κέρδη μέχρι και πάνω από 90%, ενώ η πολυεθνική των λιπασμάτων Sinochem (Κίνα) ανακοίνωσε αύξηση 95% και η Μοsaic (HΠΑ) 141%.
Ταυτόχρονα, και οι βιομηχανίες τροφίμων έκαναν χρυσές δουλειές. Η Νεστλέ ανακοίνωσε αύξηση κερδών 7% , ανάλογα κέρδη ανακοίνωσε και η Unilever.
Και βέβαια, οι αλυσίδες διανομής δεν έχασαν. Τεράστια αύξηση στα κέρδη της σημείωσε και η βρετανική αλυσίδα σουπερμάρκετ Tesco (12,3% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά). Το ίδιο και η γαλλική αλυσίδα Carrefour και η Wal-Mart των ΗΠΑ. Η ειρωνεία είναι ότι η το μεξικανικό τμήμα της Wal-Mart, η Wal-Mex, η οποία διαχειρίζεται το 1/3 όλων των διατροφικών προϊόντων στο Μεξικό ανακοίνωσε αύξηση των κερδών της κατά 11% τους πρώτους τρεις μήνες του 2008, την ίδια στιγμή που οι μεξικανοί διαδήλωναν για τις απρόσιτες τιμές στο καλαμποκάλευρο…
Η αύξηση των τιμών ωφέλησε τις πολυεθνικές που τις τελευταίες δεκαετίες έχουν καταφέρει να ελέγξουν πλήρως την αλυσίδα της παραγωγής, της διανομής και της κατανάλωσης. Η Monsanto αύξησε τα κέρδη της κατά 44% το 2007. Η DuPont, κατά 19% και η Syngenta είδε αύξηση των πωλήσεών της κατά 28% το πρώτο τέταρτο του 2008. Στο διάστημα 2004 – 2007 οι επενδύσεις κεφαλαίων στην παραγωγή βιοκαυσίμων , αυξήθηκαν κατακόρυφα ( οκταπλασιάστηκαν ). Ιδιωτικές επενδύσεις κατακλύζουν αυτήν τη στιγμή τα αμερικάνικα ερευνητικά κέντρα ( πέρσι η BP απένειμε βραβείο μισού εκταμμυρίου δολλαρίων στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια ). Επιπλέον, οι μεγάλες εταιρείες πετρελαίου, σπόρων και γενετικής μηχανικής προχωρούν σε ισχυρές συμμαχίες: Η ADM με τη Monsanto, η Chevron με τη Volkswagen, η ΒP με την Dupont και την Toyota. Οι εταιρείες αυτές σταθεροποιούν μια αλυσίδα έρευνας, παραγωγής, επεξεργασίας και διανομής τροφίμων και καυσίμων κάτω από μία στέγη, εξασφαλίζουν δηλαδή τον κεντρικό διατροφικό και ενεργειακό έλεγχο τεράστιων κομματιών του πληθυσμού παγκοσμίως. Παρά τις αποδιαρθρώσεις που επέφερε παγκοσμίως η καλλιέργεια αγροκαυσίμων, τα άμεσα κέρδη δεν φαίνεται να ήταν τα αναμενόμενα: Τα βιοκαύσιμα προβλεπόταν να καλύψουν το 5, 75% των καυσίμων στις μεταφορές στην Ευρώπη μέχρι το 2010 και 10% έως το 2020. Για να επιτευχθεί το ευρωπαϊκό όραμα, θα χρειαζόταν η Ευρώπη να παραχωρήσει το 70% της καλλιεργήσιμης γης της σε καλλιέργειες αγροκαυσίμων. Η αμερικανή φιλοδοξία έφτανε τα 35 δις γαλόνια το χρόνο. Ολόκληρη η παραγωγή των ΗΠΑ σε σόγια και καλαμπόκι θα έπρεπε να γίνει αιθανόλη και βιοντήζελ. Προφανώς, οι χώρες του παγκόσμιου βορρά περίμεναν να καλύψει τις ενεργειακές ανάγκες τους ο νότος.
Πράγματι, η Μαλαισία και η Ινδονησία αποψίλωσαν τεράστιες δασικές τους εκτάσεις για να σπείρουν ελαιοφοίνικες που θα παράσχουν 20% της ευρωπαϊκής αγοράς βιοντήζελ. Στη Βραζιλία, όπου τα αγροκαύσιμα καλλιεργούνται σε εκτάσεις που συνολικά υπερβαίνουν το μέγεθος της Ολλανδίας, του Βελγίου, του Λουξεμβούργου και της Μεγάλης Βρετανίας, η κυβέρνηση το 2007 προτίθετο να πενταπλασιάσει τις εκτάσεις καλλιεργειών ζαχαροκάλαμου για να παραγάγει το 10% της παγκόσμιας παραγωγής ως το 2025.
Σήμερα, όλα τα επιχειρήματα υπέρ των «οικολογικών» βιοκαυσίμων έχουν καταρριφτεί:
® Δεν είναι φιλικά προς το περιβάλλον γιατί ενώ η φωτοσύνθεσή τους υποτίθεται ότι απομακρύνει αέρια του θερμοκηπίου, για κάθε τόνο π.χ. ελαιοφοίνικα που παράγεται, εκπέμπονται 33 τόνοι διοξειδίου του άνθρακα, 10 φορές παραπάνω από το πετρέλαιο
® Δεν αξιοποιούν την χέρσα γη . Στη Βραζιλία χρησιμοποιήθηκαν γονιμότατες εκτάσεις στη Mata Atlantica, το Cerrado και την Pantanal, δίνοντας τη χαριστική βολή στα τροπικά δάση του Αμαζόνιου.
® Δεν φέρνουν ανάπτυξη, αφού καταστρέφουν τις τοπικές αγροτικές οικονομίες. Η Cargill και η ADM ελέγχουν το 65% της παγκόσμιας αγοράς σπόρων, η Syngenta και η Monsanto το ένα τέταρτο της βιομηχανίας μεταλλαγμένων, ελέγχουν τη σόγια της λατινικής Αμερικής. Στη Βραζιλία, η καλλιέργεια σόγιας μετατοπίζει ένδεκα αγρο-εργάτες για κάθε νέο εργάτη που απασχολεί. Στην Αργεντινή, 60.000 αγροκτήματα κατασχέθηκαν ενώ η έκταση της καλλιέργειας μεταλλαγμένης σόγιας σχεδόν τριπλασιάστηκε. Το 1998, στην Αργεντινή υπήρχαν 422.000 αγροκτήματα ενώ το 2002 μόνο 318.000, μια μείωση κατά 25%.
® Δεν θεραπεύουν την πείνα. Στην Αργεντινή, σε μια δεκαετία, οι εκτάσεις σόγιας αυξήθηκαν 126% εις βάρος του καλαμποκιού, σιτηρών, φρούτων και της παραγωγής γαλακτοκομικών. Το 2003-04 φυτεύτηκαν 13,7 εκατομμύριο εκτάρια σόγιας, ενώ υπήρξε μείωση 2,9 εκατομμυρίων εκταρίων καλαμποκιού και 2,15 εκατομμύρια εκτάρια ηλίανθων. Αυτό σημαίνει περισσότερες εισαγωγές βασικών τροφίμων και επομένως απώλεια αυτάρκειας, αυξανόμενων τιμών και πείνας.
® Η “δεύτερη γενιά” αγροκαυσίμων δεν πρόκειται να βελτιώσει την κατάσταση.
Η διατροφική κρίση σε Αφρική, Ασία, Νότια Αμερική , Καραϊβική και Μέση Ανατολή, δεν ξεκίνησε το 2007. Έχει τις ρίζες της στην πράσινη επανάσταση του 1950, στις δομικές αλλαγές που επιβλήθηκαν στις φτωχές χώρες από την Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ τη δεκαετία του ’70 και στη χαριστική βολή από τον ΠΟΕ με την πλήρη απελευθέρωση στο εμπόριο τροφίμων, με αποτέλεσμα το 70% των υπό ανάπτυξη χωρών να είναι εισαγωγείς τροφίμων.
Μόνο οι στρατηγικές συμμαχίες και η συντονισμένη δράση των κοινωνικών κινημάτων (αγροτικών, περιβαλλοντικών, καταναλωτικών, επιστημονικών κ.λ.π.) μπορούν να εξασφαλίσουν ότι τέτοια φαινόμενα θα σταματήσουν. Ο κοινός αγώνας μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφική κυριαρχία των λαών, μέσω αγρο-οικολογικών, τοπικών συστημάτων παραγωγής τροφίμων, την αγροτική μεταρρύθμιση, την πρόσβαση σε νερό, σπόρους και άλλους αγροτικούς πόρους και πολιτικές παραγωγής τροφίμων που να ανταποκρίνονται στις αληθινές ανάγκες των αγροτών και όλων των καταναλωτών, ιδιαίτερα των φτωχών.
Πηγές : http://athens.indymedia.org, http://www.foeeurope.org, http://www.viacampesina.org