του Αντώνη Μωυσίδη, Καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, 19ο τεύχος “Δρόμου των Αγροτών”, Ιανουαριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος 2009
Είναι γεγονός, ότι οι κινητοποιήσεις αυτές αιφνιδίασαν πολλούς, καθώς τα τελευταία χρόνια είχε παρατηρηθεί μια ύφεση στην κινηματική δράση των αγροτών. Ο αιφνιδιασμός αυτός αφορά τόσο στη μαζικότητα της συμμετοχής όσο και στην πλατιά γεωγραφική διασπορά των τόπων κινητοποίησης ή μπλόκων. Το τελευταίο αυτό ανέδειξε μια αναπτυσσόμενη αυτονομία των κινητοποιήσεων από νεοπαγείς, ανεξάρτητους τοπικούς συλλόγους ή άλλες μορφές συλλογικοτήτων των οποίων το σύνηθες χαρακτηριστικό είναι το αυθόρμητο, η προσωρινότητα και η θνησιγένεια
Με την αποχώρηση των Σερραίων αγροτών από τον Προμαχώνα, φαίνεται ότι έκλεισε, προς το παρόν τουλάχιστον, και ο φετινός κύκλος των αγροτικών κινητοποιήσεων. Οι αγρότες, σίγουρα, στους τόπους ή στα όργανά τους, θα κάνουν τον απολογισμό των θετικών και αρνητικών πλευρών των κινητοποιήσεων τους. Ας μας επιτραπεί από τη θέση αυτή, έστω και ως μη αγρότες, να διατυπώσουμε ορισμένες σκέψεις ως συμβολή στον προβληματισμό αυτό.
Παρατηρώντας και ταξινομώντας ορισμένα χαρακτηριστικά του συναρπαστικού αυτού 20ήμερου που αναστάτωσε για άλλη μια φορά τη χώρα, προσκρούει κανείς σε μια πολύπλοκη και πολυεπίπεδη εικόνα.
Είναι γεγονός, κατ’ αρχάς, ότι οι κινητοποιήσεις αυτές αιφνιδίασαν πολλούς, καθώς τα τελευταία χρόνια είχε παρατηρηθεί μια ύφεση στην κινηματική δράση των αγροτών. Ο αιφνιδιασμός αυτός αφορά τόσο στη μαζικότητα της συμμετοχής όσο και στην πλατιά γεωγραφική διασπορά των τόπων κινητοποίησης ή μπλόκων. Το τελευταίο αυτό ανέδειξε μια αναπτυσσόμενη αυτονομία των κινητοποιήσεων από νεοπαγείς, ανεξάρτητους τοπικούς συλλόγους ή άλλες μορφές συλλογικοτήτων των οποίων το σύνηθες χαρακτηριστικό είναι το αυθόρμητο, η προσωρινότητα και η θνησιγένεια. Μια ιδιόμορφη εξαίρεση αποτελεί φυσικά η οργάνωση του ΠΑΣΥ που πρόσκειται στο ΚΚΕ. Από την άλλη, οι μορφές αυτές των αυθόρμητων συλλογικοτήτων ανέδειξαν τη, σχεδόν, πλήρη απουσία των επίσημων-θεσμικών εκπροσώπων των αγροτών ΓΕΣΑΣΕ-ΣΥΔΑΣΕ και ΠΑΣΕΓΕΣ. Το γεγονός αυτό ίσως δεν είναι άμοιρο της αδυναμίας των κομμάτων εξουσίας να χειραγωγήσουν, όπως συνήθιζαν, σε σημαντικό βαθμό τις προθέσεις των αγροτών στα μπλόκα. Θετικό ρόλο στην κατεύθυνση αυτή φαίνεται ότι έπαιξε η δυναμική εμφάνιση μιας νέας κατηγορίας αγροτών, νέων κυρίως σε ηλικία, οι οποίοι, σε αντίθεση από παραδοσιακούς ηγέτες και λογικές, έδειξαν να λειτουργούν απελευθερωμένοι από κομματικές δουλείες και να εκφράζουν αιτήματα στη βάση των πραγματικών προβλημάτων και κυρίως της προοπτικής τους στο χώρο, πέραν της τρέχουσας συγκυρίας για αναπλήρωση του χαμένου εισοδήματος.
Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά της «εξέγερσης» των αγροτών έρχονται ως απόρροια μιας σειράς από γνωρίσματα και ιδιαιτερότητες του αγροτικού χώρου ως πεδίου παραγωγής και εργασίας και των αγροτών ως κοινωνικών υποκειμένων. Προκύπτουν, δηλαδή, ζητήματα και δυνατότητες ή αδυναμίες που έχουν τη ρίζα τους στην πολυμορφία και πολυπλοκότητα της αγροτικής παραγωγής που αντανακλάται τελικά και στην πολυεπίπεδη εικόνα της κοινωνίας των αγροτών. Είναι αδύνατον να αναφερθούμε εδώ σε όλο το εύρος της πολυμορφίας αυτής. Υπάρχει λόγος όμως να την αγγίξουμε. Ως αφορμή παίρνουμε την ουσιαστική έλλειψη που διαπιστώθηκε και στις κινητοποιήσεις αυτές. Την απουσία μιας συλλογικής έκφρασης και ενός ενιαίου λόγου που θα καλύπτει, όχι σήμερα αλλά και χτες και αύριο, όλους τους αγρότες και πρώτους απ’ όλους τους μικρούς και μεσαίους. Παράλληλα δε, θα ταξινομεί συστηματικά και θα διεκδικεί σταθερά τόσο την άρση των συγκυριακών προβλημάτων όσο και κυρίως θα θέτει το αίτημα της προοπτικής. Το αναφέρουμε αυτό και με βάση την ουσιαστική και χρόνια πια απουσία των απαξιωμένων επίσημων φορέων συλλογικής έκφρασης των αγροτών.
Υπάρχουν, βέβαια, πολλοί και σοβαροί λόγοι για τη δυσκολία ενιαίας έκφρασης των αγροτών είτε στο επαγγελματικό-κινηματικό είτε στο πολιτικό επίπεδο. Σίγουρα ο έντονος κομματισμός των παρελθουσών δεκαετιών (κυρίως της περιόδου 1975-1990 περίπου) αλλά και η περίφημη ιστορική διαδικασία ενσωμάτωσης και εθισμού του ελληνικού αγροτικού πληθυσμού μέσα από τοπαρχικές-πελατειακές λογικές και γενικά πολιτικές πατρωνείας σ’ όλη την ιστορία της ελληνικής κοινωνίας που λειτούργησαν αρνητικά όχι τόσο στη διαμόρφωση όσο στη θετική λειτουργία των κοινών φορέων κινηματικής ή και πολιτικής έκφρασης. Είναι χαρακτηριστικά, σε μια ανάλογη βάση, και τα πρόσφατα κυβερνητικά διασπαστικά παιχνίδια, μέσα από επιλογές εύνοιας προς συγκεκριμένες περιοχές ή προϊόντα ανάλογα με την καταγωγή του υπουργού ή τη δύναμη των τοπικών ηγετών με στόχο το σπάσιμο του ενιαίου μετώπου των αγροτών από φιλοκυβερνητικούς ηγέτες. Αυτό προκάλεσε, βέβαια, την επιμονή κάποιων ηγετών, ακόμα και ενάντια στο δικό τους κυβερνών κόμμα, λόγω της δυσμενούς μεταχείρισης της περιοχής τους.
Πέραν όμως αυτών, υπάρχουν και μια σειρά άλλοι αντικειμενικοί λόγοι που οφείλονται στην ίδια τη φύση του αγροτικού κοινωνικού, οικονομικού και γεωγραφικού χώρου που συντελούν στη δυσκολία αυτή της κοινής δράσης.
Αναφέρουμε με μεγάλη συντομία ορισμένους από αυτούς. Ο σύγχρονος αγροτικός χώρος δεν έχει ενιαία μορφή. Αποτελείται από πολλές μικρές γεωργίες που ανταποκρίνονται είτε στα διαφορετικά γεωκλιματικά χαρακτηριστικά των περιοχών αλλά και των μικρο-τόπων (ορεινές, ημιορεινές, μικρονησιωτικές, παράλιες, ιδιαιτέρου κάλλους, βόρειες, νότιες κ.λπ. περιοχές), τα διαφορετικά προϊόντα που παράγονται, τους τύπους οργάνωσης των αγροτικών εκμεταλλεύσεων ή στις μεγάλες ανισότητες στο μέγεθος των εκμεταλλεύσεων (μικρές, μεσαίες, μεγάλες) και φυσικά τη βαρύτητα του εισοδήματος από την οικογενειακή εκμετάλλευση στο συνολικό οικογενειακό εισόδημα (κατ’ επάγγελμα ή μη αγρότες).
Όλα αυτά τα στοιχεία συνεπάγονται σοβαρές διαφορές σε πολλά επίπεδα όπως η μη σύμπτωση είτε στο χαρακτήρα των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η κάθε «μικρο-γεωργία» ή στις πιθανές περιόδους κινητοποιήσεων (διαφορετικές περίοδοι αιχμής) ή τις διαφορετικές οικονομικές ανάγκες, προσδοκίες και επιδιώξεις και άρα και διαφορετικά συμφέροντα κ.λπ., κ.λπ. Έτσι, δεν είναι περίεργο π.χ. ότι κάποιες περιοχές μπήκαν στον αγώνα διεκδίκησης αργότερα από αυτές που πρωτοστάτησαν, απαιτώντας μερίδιο από τα υπεσχημένα της κυβέρνησης. Οι διαφορές αυτές έρχονται να προστεθούν στις δυσκολίες που απορρέουν από τη μεγάλη γεωγραφική διασπορά των αγροτών, τη φύση της εργασίας τους και τις αποστάσεις μεταξύ των χωριών που δυσκολεύουν μια διαρκή όσμωσή τους που θα διευκόλυνε μια κοινότητα αντιλήψεων και δράσεων.
Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι οι αγρότες δεν είναι προλετάριοι ή μισθωτοί αλλά επαγγελματίες και άρα πραγματικοί ή οιονεί επιχειρηματίες, όσο κι αν ακούγεται περίεργο αυτό ειδικά σε ό,τι αφορά στους μικρούς αγρότες. Επενδύουν κεφάλαιο, η συντριπτική τους πλειοψηφία μάλιστα και προσωπική ή οικογενειακή εργασία, και προσδοκούν, εύλογα, κάλυψη των δαπανών τους και οι μεν μικροί και μεσαίοι αγρότες τουλάχιστον και την αμοιβή για την εργασία τους, οι δε μεγάλοι το κέρδος της επένδυσής τους. Κατά συνέπεια, δεν αναμένουν μισθό ή ημερομίσθιο από κάποιον προσωποποιημένο εργοδότη αλλά τη θετική απόδοση του δικού τους «κεφαλαίου» και των κόπων τους. Γι’ αυτό, άλλωστε, ιστορικά η εκάστοτε κινηματική τους διεκδίκηση και προσδοκία στην περίοδο του καπιταλισμού είχε ως αποδέκτη πάντα την «απρόσωπη» εθνική κεντρική εξουσία, ακόμα και σε ιστορικές περιόδους που μέρος των αποφασιστικών αρμοδιοτήτων έχουν μεταφερθεί σε νέες μορφές υπερεθνικών κρατικών μορφωμάτων (βλέπε Ε.Ε.) ή έχει αυξηθεί η σημασία των παγκόσμιων εξελίξεων. Και όλα αυτά στο πλαίσιο, πάντα, των όρων της καπιταλιστικής αγοράς. Άρα, μπορεί στο πρώτο επίπεδο οι προσδοκίες να είναι ίδιες (π.χ. ψηλές τιμές) ή να είναι ένας ο κοινός αποδέκτης των αιτημάτων τους, το Κράτος, τα συμφέροντα όμως των επί μέρους αγροτών μπορεί να είναι πολύ διαφορετικά ή ριζικά διαφορετικής βαρύτητας.
Έστω, όμως και έτσι, οι Έλληνες αγρότες απευθύνονται και αποβλέπουν στην κρατική πολιτική, στην πολιτική όμως ενός κράτους που από τη μια μεριά είναι συνέχεια ενός πελατειακού μορφώματος και από την άλλη προσπαθεί να αποκρύψει τις χρόνιες αδυναμίες και παραλείψεις του ή την πραγματική του βούληση παραπέμποντας στις πολιτικές του υπερεθνικού σχηματισμού. Το χειρότερο όμως είναι ότι απευθύνονται αποσπασματικά και πολυδιασπασμένα για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω. Κι απ’ αυτό το γεγονός πιστεύουμε ότι ανακύπτει ως συμπέρασμα η άμεση αναγκαιότητα, όπως φάνηκε στο 20ήμερο αυτό των φετινών κινητοποιήσεών τους. Ένα μόρφωμα ενότητας, κοινής επαγγελματικής-κινηματικής έκφρασης με συνέχεια μέσα στο χρόνο είναι το μεγάλο ζητούμενο. Ένας σύγχρονος θεσμός, δηλαδή, οργάνωσης και διεκδίκησης που θα ενσωματώσει και θα εκφράσει τις σύγχρονες ανησυχίες των μελών του και μέσα από τη λειτουργία του θα άρει ή θα συνθέσει τις διαφορετικότητες, όπου αυτό προσφέρεται, ως λόγων πολυφωνίας και πολλαπλών μικροεστιών διαμαρτυρίας. Θα ταξινομεί τα κλαδικά και συλλογικά οικονομικά, παραγωγικά και κοινωνικά αιτήματα και θα τα προβάλλει με διάρκεια, ενώ θα προωθεί το κεντρικό αίτημα της διασφάλισης του μέλλοντος των μελών του – αγροτών.
Αν αυτό είναι απαραίτητο για το σύνολο των αγροτών, είναι προφανές ότι για τους μικρούς και μεσαίους αγρότες είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου και οι καιροί δεν περιμένουν.
Αποτιμώντας τα αποτελέσματα των αγροτικών κινητοποιήσεων
Φεβρουαρίου 14, 2009 από neagrokin