Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

του Δημήτρη Λώλη, Γεωπόνου, 21ο τεύχος “Δρόμου των Αγροτών”, Ιουλίου- Αυγούστου 2009

Τον Νοέμβριο 2008 στα πλαίσια του ελέγχου υγείας της ΚΑΠ στα όργανα της Ε.Ε. επετεύχθη πολιτική συμφωνία  με βάση την οποία έχουμε τους νέους κανονισμούς: 73/2009 που αντικαθιστά τον 1782/2003, τον 74/2009 που τροποποιεί τον 1698/2005 (Αγροτική Ανάπτυξη), τον 72/2009 που τροποποιεί τον 1234/07 (Ενιαία Κ.Ο.Α.), τον  61/2009 τροποποίηση κατευθυντήριων γραμμών για την αγροτική ανάπτυξη.
Στις αποφάσεις φαίνεται ξεκάθαρα ότι η Ε.Ε. έχει την πρόθεση ακόμα περισσότερα κονδύλια από τον πρώτο πυλώνα (άμεσες ενισχύσεις) να κατευθυνθούν στον Β΄ πυλώνα (μέτρα ανάπτυξης)
Έτσι αυξάνεται η διαφοροποίηση για τις ενισχύσεις άνω των 5.000 ευρώ σταδιακά από  5% που ήταν το 2007 και 2008  σε:
- 7%  το 2009
-8%  το 2010
-9%   το 2011 και
-10%  το 2012,  ενώ προβλέπονται πρόσθετες μειώσεις κατά 4% για ποσά πάνω από 300.000 ευρώ.
Ο  κανονισμός 73/09 δεν διαφέρει βασικά στην φιλοσοφία του παλαιού κανονισμού, διασαφηνίζει βέβαια και  πολλά θέματα σχετικά με την εισοδηματική στήριξη των νέων κρατών.
Είναι ξεκάθαρο ότι και με  τον νέο κανονισμό το  «καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης» είναι πλέον το καθεστώς εισοδηματικής στήριξης των γεωργών.

Πολλαπλή συμμόρφωση

Με τον νέο κανονισμό ο γεωργός  που παίρνει τις άμεσες ενισχύσεις είναι υποχρεωμένος  να τηρεί τις κανονιστικές απαιτήσεις διαχείρισης που θεσπίζονται από την κοινοτική νομοθεσία στους τομείς:
α) δημόσια υγεία, υγεία των ζώων και των φυτών,
β) περιβάλλον,
γ) καλή διαβίωση των ζώων
που παραμένουν οι ίδιες με τον προηγούμενο κανονισμό, καθώς και να διατηρούν σε καλή γεωργική και περιβαλλοντική κατάσταση κάθε γεωργική γη και ιδιαίτερα γη η οποία δεν χρησιμοποιείται πλέον για παραγωγικούς σκοπούς. Στο σημείο αυτό με τον νέο κανονισμό θεσπίζονται και προαιρετικά πρότυπα. Οι υποχρεώσεις αυτές χαρακτηρίζονται ως προαιρετικές για τα κράτη μέλη εκτός αν ήδη εφαρμόζονται.
Όσον αφορά τους βοσκότοπους ισχύει και πάλι  ότι γη που αποτελούσε μόνιμο βοσκότοπο το 2003 πρέπει να μην αλλάξει χρήση.

Σύστημα παροχής συμβουλών σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις

Προβλέπεται σύστημα παροχής συμβουλών σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις που να καλύπτει τουλάχιστον τις υποχρεώσεις της πολλαπλής συμμόρφωσης. Οι γεωργοί μπορούν να συμμετέχουν σε εθελοντική βάση , ενώ τα κράτη μέλη καθορίζουν κριτήρια και τις κατηγορίες προτεραιότητας για την πρόσβαση στο σύστημα. Στην χώρα μας έχει ήδη δημιουργηθεί σύστημα παροχής συμβουλών μέσω της Γενικής Δ/νσης Φυτικής Παραγωγής του ΥΠΑΑΤ  και οι αιτήσεις γίνονται μέσω των ΤΟΚΑΑ. Διαβάστε τη συνέχεια »

της Ειρήνης Κατσινοπούλου, Γεωπόνου, 21ο τεύχος “Δρόμου των Αγροτών”, Ιουλίου-Αυγούστου 2009
Η παρωδία της συγκρότησης «Εθνικής Επιτροπής Βιολογικών Προϊόντων» μόλις λίγες μέρες πριν τη διενέργεια εθνικών εκλογών και χωρίς ουσιαστικό διάλογο με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, δε μπορεί να κρύψει, αντίθετα είναι  η επισφράγιση της παταγώδους κυβερνητικής αποτυχίας και στον τομέα  της βιολογικής γεωργίας. Οι απαράδεκτες καθυστερήσεις στην πληρωμή της ενίσχυσης των βιοκαλλιεργητών για το 2008 αλλά ακόμα και για προηγούμενα χρόνια, καθώς και  στην προκήρυξη των προγραμμάτων ένταξης νέων βιοκαλλιεργητών και των δραστηριοτήτων ενημέρωσης και προώθησης των βιολογικών προϊόντων, είναι οι απτές αποδείξεις της παντελούς κυβερνητικής αδιαφορίας.
Τα στατιστικά στοιχεία για τη βιολογική γεωργία που έδωσαν πριν από καιρό στη δημοσιότητα τέσσερις οργανώσεις βιοκαλλιεργητών (Συλ. Βιοκ/των Λαϊκών Αγορών Αττικής, Ένωση Αγροτών Βιοκαλ/των Βορείου Ελλαδας, Συλ. Βιοκ/των Λαϊκών Αγορών Κρήτης και Αλμωπία Αειφορική Πέλλα), αποδεικνύουν μια ραγδαία πτώση στις πλήρως βιολογικές καλλιεργούμενες εκτάσεις και στην έκταση των βοσκοτόπων. Ακόμα χειρότερα, τα στατιστικά δεδομένα του ΥΠΑΑΤ παρουσιάζουν μια τεράστια διόγκωση σε αντιπαραβολή με αυτά της Eurostat, δημιουργώντας τεράστια ερωτηματικά για τον τρόπο διανομής των κοινοτικών ενισχύσεων και κυρίως, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία της ελληνικής βιολογικής παραγωγής. Διαβάστε τη συνέχεια »

του Χαμπίδη Δημήτριου, Γεωπόνου μελετητή, μέλους του Δ.Σ. του ΓΕΩΤΕΕ, 21ο τεύχος “Δρόμου των Αγροτών”, Ιουλίου-Αυγούστου 2009

Σήμερα ο κλάδος των τροφίμων είναι η μεγαλύτερη βιομηχανία στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα,  αποτελεί βασικό κλάδο της οικονομίας μας, χωρίς μέχρι σήμερα να υπάρχει μια στρατηγική πολιτική. Όλα έχουν εναποτεθεί στον αυτόματο πιλότο.
Τα στοιχεία είναι κάτι περισσότερο από αποκαλυπτικά: Το 2008 η  εγχώρια βιομηχανία τροφίμων συνεισέφερε το 2,8% του ΑΕΠ, παρήγαγε το 25,2% της συνολικής προστιθέμενης αξίας και έδωσε εργασία στο 22,2% των απασχολουμένων στη μεταποίηση. Παράλληλα, για άλλη μια χρονιά αναδείχτηκε πρωταθλητής στην εξωστρέφεια, συνεισφέροντας συνολικά το 17,9% των ελληνικών εξαγωγών.
Επιπλέον, σε ένα χρονικό διάστημα που το σύνολο της εγχώριας μεταποιητικής παραγωγής μειώθηκε κατά 4,2%, συνεπεία της χρηματοοικονομικής κρίσης, η βιομηχανία τροφίμων είδε την παραγωγή της να αυξάνεται το 2008 κατά 1,2%. Ταυτόχρονα, οι τιμές της συνέχισαν την ανοδική τους πορεία, «τσιμπώντας» ένα επιπλέον 6,9%,  τιμή χαμηλότερη μεν του +11,4% που κατέγραψε το σύνολο της εγχώριας μεταποίησης, επηρεασμένη ωστόσο από το αυξημένο κόστος των πρώτων υλών το περασμένο έτος.
Ταυτόχρονα, η παραγωγή τροφίμων είναι και κλάδος που μπορεί να στηριχτεί σε ήπιες μορφές μικρών φιλικών προς το περιβάλλον μονάδων . Η Ελλάδα σαν μια κατ εξοχήν αγροτική χώρα που  έχει ιδανικές συνθήκες παραγωγής τροφίμων υψηλής ποιότητας και θρεπτικής άξιας   λόγω του κλίματος (ηλιοφάνεια, μικροκλίματα , παράδοση στην οικογενειακή προσωπική μορφή παραγωγής), θα μπορούσε να έχει δυναμική παρουσία στον κλάδο αυτό. Αντί αυτού, οι εφαρμοζόμενες πολιτικές χρόνια τώρα έχουν απαξιώσει σε εξευτελιστικό επίπεδο ακόμα και παραδοσιακά ποιοτικά αγροτικά προϊόντα.
Αναφέρω ενδεικτικά παραδείγματα: Το λάδι μοναδικής ποιότητας ελληνικό προϊόν, και όμως το πουλάμε ακόμη σε βυτία και οι αγοραστές αφού το νοθεύσουν το πουλάνε σαν φάρμακο η έδεσμα. Τα δημητριακά μας που έπρεπε να είναι σήμερα μόνο για παιδικές τροφές και προϊόντα επώνυμα, πωλούνται  μαζί με της βόρειας Ευρώπης τα οποία είναι μόνο για ζωοτροφές και αυτές χαμηλής ποιότητας και περιέχουν και μεταλλαγμένα. Τα  φρούτα και λαχανικά μας  δεν είναι αναγνωρίσιμα στις εγχώριες και διεθνείς αγορές. Στην κομπόστα ροδάκινο, ενώ είχαμε την πρώτη θέση στην παγκόσμια αγορά, οι καταναλωτές βλέπουν στην ετικέτα την αλυσίδα διανομής και πουθενά την ένδειξη ελληνικό ροδάκινο. Τα κρέατα μας, με τον τρόπο εκτροφής και τις ελληνικές ζωοτροφές άντεξαν σε όλα τα σκάνδαλα των τελευταίων χρονών. Και όμως εισάγουμε το 75% του μοσχαρίσιου κρέατος και 70% του χοιρινού.
Το πιο χαρακτηριστικό όμως παράδειγμα είναι ο τομέας των γαλακτοκομικών προϊόντων. Η χώρα μας,  σαν  εισαγωγέας τροφίμων  μόνο για γαλακτοκομικά πληρώνει σε συνάλλαγμα τόσο, όσο και για πετρέλαιο. Παρά την κατοχύρωση της  φέτας μας αποκλειστικά σε Ελληνικό προϊόν και ενώ εκτιμάται ότι η παγκόσμια αγορά της φέτας  μπορεί να απορροφήσει 500.000 τονους, η Ελλάδα παράγει σήμερα 120.000 από τους οποίους οι 80.000 καταναλώνονται στην εσωτερική αγορά. Διαβάστε τη συνέχεια »

Βασικές προϋποθέσεις για την παραγωγή τροφίμων υψηλής ποιοτικής αξίας

του Βασίλη Κάππα, Γεωπόνου, 21ο τεύχος “Δρόμου των Αγροτών”, Ιουλίου-Αυγούστου 2009

Στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, αποτελεί επιτακτική ανάγκη για κάθε χώρα να αναπτύξει τους τομείς εκείνους στους οποίους μπορεί να δημιουργήσει προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας. Δυστυχώς η χώρα μας έχοντας χάσει την βιομηχανική επανάσταση καθώς και την επανάσταση της πληροφορικής, κυρίως για πολιτικούς λόγους, δεν έχει πολλές επιλογές στην χάραξη μιας στρατηγικής που θα ανταποκρίνεται σε αυτήν την επιδίωξη. Σίγουρα, ο τουρισμός αποτελεί, όπως λέγεται την «βαριά βιομηχανία της χώρας» και πρέπει οπωσδήποτε να αποτελέσει έναν από τους βασικούς άξονες της στρατηγικής της χώρας. Ο προνομιακός όμως τομέας ανάπτυξης της χώρας μας, είναι η παραγωγή τροφίμων υψηλής ποιοτικής αξίας καθώς και βιολογικής καλλιέργειας και εκτροφής. Ο κυριότερος λόγος για την επιλογή αυτή είναι ότι υπάρχει διάχυτη η άποψη στις αγορές του εξωτερικού, ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα στην οποία η εντατικοποίηση της γεωργίας και της κτηνοτροφίας δεν προχώρησε στο βαθμό στον οποίο προχώρησε στις άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Επίσης η επικράτηση της μεσογειακής διατροφής ως ένα μοντέλο σωστής και υγιεινής διατροφής του σύγχρονου ανθρώπου, μας δίνει ένα προβάδισμα στην προσπάθεια προώθησης ποιοτικών τροφίμων στις αγορές του εξωτερικού. Η επιλογή αυτής της στρατηγικής προϋποθέτει μια ευρεία αναδιάρθρωση σε υποδομές αλλά κυρίως σε νοοτροπίες. Η σύγχρονη αριστερά πιστεύει ότι η αναδιάρθρωση αυτή πρέπει με γίνει με στόχο η παραγωγή αυτής της προστιθέμενης αξίας να ξαναγυρίσει στους ίδιους τους παραγωγούς, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος της. Διαβάστε τη συνέχεια »

του Νίκου Παπαδόπουλου , Αγρότη, Συντονιστή ΝΕΑΚ, 20ο τεύχος “Δρόμου των Αγροτών”, Απριλίου-Μαΐου-Ιουνίου 2009

Η αναθεώρηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) επί ελληνικής προεδρίας (Ιούνιος 2003) υποταγμένη στις ρυθμίσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, μείωσε δραστικά τις δαπάνες στήριξης του αγροτικού τομέα και αποσύνδεσε σταδιακά τις  επιδοτήσεις από την παραγωγή, υποτάσσοντας  πλήρως την ευρωπαϊκή γεωργία στην ασυδοσία της νεοφιλελεύθερης αγοράς.
Η έκτακτη σύνοδος του Συμβουλίου υπουργών Γεωργίας στο Λουξεμβούργο, στις 21-22 Απρίλη 2004 προώθησε τις επιλογές της νέας ΚΑΠ με ακόμα πιο δυσμενείς ρυθμίσεις στα μεσογειακά προϊόντα(λάδι-βαμβάκι-καπνός), δυναμιτίζοντας την ελληνική γεωργία, το αγροτικό εισόδημα, την απασχόληση και γενικότερα την κοινωνική συνοχή στην ελληνική ύπαιθρο.
Ειδικά η αναθεώρηση της Κοινής Οργάνωσης Αγοράς Καπνού, με την αποσύνδεση της επιδότησης από την παραγωγή και την μεταφορά του 50% των άμεσων ενισχύσεων στον 2ο πυλώνα (αγροτική ανάπτυξη), είχε ένα προφανή στόχο : την ουσιαστική εγκατάλειψη της καπνοκαλλιέργειας το 2010.
Σήμερα πια, αυτός ο στόχος δείχνει να έχει επιτευχθεί. Μόλις τρία χρόνια μετά την εφαρμογή της αναθεωρημένης ΚΑΠ, η μείωση της καλλιέργειας καπνού στη χώρα μας έφτασε το 88% !!!
Η καταστροφική επιλογή της πλήρους αποδέσμευσης των επιδοτήσεων από την παραγωγή από την αρχή της ΚΟΑ, ενώ είχαμε τη δυνατότητα σαν χώρα να την διατηρήσουμε συνδεδεμένη  έως 60% για το διάστημα 2006-2009, δυστυχώς υιοθετήθηκε από την Κυβέρνηση της ΝΔ με τις ευλογίες της μεγαλύτερης μερίδας των αγροτικών οργανώσεων. Διαβάστε τη συνέχεια »

του Κώστα Καμπιτάκη , Γεωπόνου, Πρόεδρου παραρτήματος Κρήτης ΓΕΩΤΕΕ, 20 0 τεύχος “Δρόμου των Αγροτών”, Απριλίου- Μαΐου-Ιουνίου 2009
Η κρίση στον αγροτικό τομέα της οικονομίας, προηγήθηκε της γενικότερης οικονομικής κρίσης. Προαναγγέλθηκε ή και μεθοδεύτηκε από την πολιτική. Το 1958 η πρώτη κοινή πολιτική πράξη των πρώτων έξι χωρών της ΕΟΚ, ήταν η ΚΑΠ (Κοινή Αγροτική Πολιτική). Επρόκειτο για μια πολιτική προστατευτισμού των αγροτικών προϊόντων, που υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να διασφαλιστεί η διατροφή του  πληθυσμού των έξι χωρών. Η αγροτική οικονομία της Ευρώπης λειτουργώντας υπό την ομπρέλα αυτού του συστήματος αναπτύχθηκε ραγδαία. Στη δεκαετία του 1980 η Ευρώπη ήλεγχε το 70% περίπου του διεθνούς εμπορίου των αγροτικών προϊόντων. Στην Ελλάδα τα φαινόμενα ήταν ανάλογα. Η αστυφιλία υπήρχε και η μείωση του αγροτικού πληθυσμού συνέβαιναν. Ομαλά όμως.  Η ύπαιθρος  διατηρούσε τη ζωντάνια της. Το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας ήταν θετικό εξ αιτίας κυρίως των αγροτικών προϊόντων. Η αύξηση του τουριστικού εισοδήματος δεν μείωνε σημαντικά τη συμμετοχή του αγροτικού στο συνολικό εισόδημα. Θα μπορούσαμε εδώ επομένως να μιλήσουμε για  την επιβεβαίωση της αντίληψης που επιβάλει τη κυριαρχία της πολιτικής πάνω την αγορά ή της άρνησης του φετιχισμού της αγοράς.
Το 1990 άρχισε στην Ευρωπαϊκή Ένωση η σταδιακή αποδόμηση του προστατευτικού συστήματος της αγροτικής οικονομίας που ολοκληρώθηκε το 2003 με τον ΚΑΝ.1782/2003, επί ελληνικής προεδρίας και δικαιολογήθηκε με διάφορους τρόπους. Η αλήθεια είναι πως η αποδόμηση αυτή στόχευε στην προσαρμογή και της αγροτικής οικονομίας στο γενικότερο μοντέλο της πλήρους απελευθέρωσης της αγοράς, δηλαδή της απελευθέρωσης των μεταποιητικών βιομηχανιών και των εταιρειών διακίνησης των τροφίμων.
Στην ΕΕ η αποδόμηση της ΚΑΠ οδήγησε στην εγκατάλειψη χιλιάδων εκτάσεων και στη μείωση της παραγωγής. Η συνέχιση αυτής της πολιτικής έχει μεσομακροπρόθεσμα ολέθριες συνέπειες. Οι εισαγωγές αγροτικών προϊόντων αυξάνονται ραγδαία και η ΕΕ δεν χάνει μόνο την παγκόσμια κυριαρχία της στο εμπόριο των τροφίμων αλλά και την ίδια την αυτάρκειά της. Είναι η δυσμενής εξέλιξη που προκάλεσε την πρώτη κρίση στα τρόφιμα το 2007 σε όλο το πλανήτη, με την έκρηξη των τιμών των τροφίμων και που ανάγκασε τον FAO (Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ) να θεωρήσει ζήτημα ζωτικής σημασίας την αύξηση των επενδύσεων στον αγροτικό τομέα. Διαβάστε τη συνέχεια »

της Ειρήνης Κατσινοπούλου, Γεωπόνου, 20ο τεύχος “Δρόμου των Αγροτών”, Απριλίου Μαΐου-Ιουνίου 2009

Ο φετινός αυθαίρετος διπλασιασμός από την ΠΑΣΕΓΕΣ και τις ΕΑΣ  της «ταρίφας» για την υποβολή των δηλώσεων ενιαίας ενίσχυσης μεσούσης της οικονομικής κρίσης που πλήττει δραματικά το αγροτικό εισόδημα, εξόργισε τους αγρότες της χώρας, αλλά  δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου σε μια μακρόχρονη ιστορία δικομματικής οργανωτικής ανικανότητας, διαχειριστικής ανεπάρκειας, απόλυτης αδιαφάνειας και εξυπηρέτησης πελατειακών σχέσεων. Μιας ιστορίας με πρασινογάλαζους πρωταγωνιστές και με κομπάρσους-θύματα κατ’ αρχή την πλειοψηφία των αγροτών του καθημερινού μόχθου και της τίμιας επιβίωσης. Αλλά και με δεύτερο θύμα το σύνολο του φορολογούμενου λαού, που χρόνια τώρα πληρώνει από τη τσέπη του, τις μαύρες τρύπες των εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ που ανοίγουν χρόνια τώρα στον κρατικό προϋπολογισμό οι δημοσιονομικές διορθώσεις ( έτσι λέγονται «κομψά» τα πρόστιμα στην κοινοτική ορολογία) που καταλογίζονται στη χώρα για τις ελλείψεις, τις παρατυπίες και τις παρανομίες στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης και Ελέγχου ( ΟΣΔΕ). Ήδη, από το 1998 το συνολικό ύψος των προστίμων έχει φτάσει το 1,5 δις ευρώ. Θα μπορούσαν δηλαδή μόνο τα πρόστιμα να χρηματοδοτήσουν  τον προϋπολογισμό του Ταμείου κατά της Φτώχιας !!! Και είναι εξίσου εξωφρενικό το ότι αυτό το διάτρητο σύστημα, στην ουσία επιβραβεύει τα μεγαλοσυμφέροντα ( «ιερά» και σκέτα επιχειρηματικά ) που καρπώνονται το 80% των κοινοτικών ενισχύσεων, όπως περίτρανα φάνηκε με την πρόσφατη δημοσιοποίηση στο site  του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Η υποχρέωση εφαρμογής του ΟΣΔΕ θεσπίστηκε με τον Καν ΕΟΚ 3508/1992 στους τομείς της φυτικής και ζωικής παραγωγής, με σκοπό τον έλεγχο της κανονικότητας και της νομιμότητας των χρηματοδοτήσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ). Οι δεσμεύσεις που ανέλαβαν τα κράτη μέλη, ήταν να θέσουν σε εφαρμογή :
®    Από 1-1-1993 το σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών.
®    Από 1-1-1996 το σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής για τα αροτραία και τα λοιπά συμβατά καθεστώτα.
Με την εφαρμογή της νέας ΚΑΠ (Καν. 1782/2003 ) το ΟΣΔΕ  περιλαμβάνει τη διαχείριση και τον έλεγχο των κανόνων της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και της δημοσιονομικής πειθαρχίας και εφαρμόζεται :
- Στα καθεστώτα ενίσχυσης
- Στη χορήγηση πρόσθετης ενίσχυσης για ειδικές μορφές γεωργίας ή ποιοτικής παραγωγής ( άρθρ. 69) από την εφαρμογή του ποιοτικού παρακρατήματος
- Στα ειδικά μέτρα στήριξης των τοπικών γεωργικών προϊόντων για τα μικρά νησιά του Αιγαίου Πελάγους, και
-Στα συνοδευτικά μέτρα τα οποία είναι συμβατά με το καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης (αγροπεριβαλλοντικά, εξισωτική αποζημίωση κλπ) Διαβάστε τη συνέχεια »

του Νικόλαου Βάγια,  Διευθυντή Ανάπτυξης Εργασιών ΟΠΕΓΕΠ, 20 ο τεύχος  “Δρόμου των Αγροτών”, Απριλίου-Μαΐου-Ιουνίου 2009

Η διασφάλιση της ποιότητας των τροφίμων καθώς και θεμάτων ταυτότητας και επισήμανσης των γεωργικών προϊόντων είναι τον τελευταίο χρόνο στο επίκεντρο συζητήσεων σε σχέση με την εμπορία τους σε ενδοκοινοτικό και παγκόσμιο επίπεδο.
Η παγκοσμιοποίηση των αγορών με τον όλο αυξανόμενο ανταγωνισμό μεταξύ των χωρών της Ε.Ε και των αναδυόμενων αγορών χαμηλού κόστους μας αναγκάζει όλους μας να ξαναβάλουμε στο τραπέζι του διάλογου όρους όπως των πιστοποιημένων συστημάτων ποιότητας,  των προϊόντων προέλευσης , των παραδοσιακών, των αγνών, των πράσινων των νησιωτικών, των  ορεινών και εν γένει περί εμπορικών όρων και θεμάτων επισήμανσης και πιστοποίησης προϊόντων ποιότητας.
Μια  σύγχρονη κεντρική στρατηγική στον αγροδιατροφικό τομέα , και ειδικότερα για τη πιστοποιημένη ποιότητα και την επισήμανση  θα μπορούσε να επικεντρωθεί στην  ανάδειξη οποιουδήποτε ειδικού χαρακτηριστικού ενός  αγροτικού προϊόντος,  λειτουργώντας ως εργαλείο στήριξης του στις  αγορές, ισορροπώντας όμως με θέματα εμπορίου και ελεύθερης διακίνησης  έτσι ώστε να μη δημιουργούνται τεχνικά εμπόδια, φραγμοί και αποκλεισμοί στις παγκόσμιες αγορές. Διαβάστε τη συνέχεια »

των Πύρκα Αργύρη συνεταιριστικού υπαλλήλου και Χαμπίδη Δημήτρη, γεωπόνου, 19ο τεύχος “Δρόμου των Αγροτών”, Ιανουάριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος 2009

Ο Θεσμός των συνεταιρισμών είναι η απάντηση των μικρομεσαίων αγροτών
σε τρία προβλήματα :
I.    Τον εφοδιασμό τους με εφόδια ομαδικά για καλύτερους όρους
αγοράς (τιμές, πίστωση, ποιότητα), στην παροχή επιστημονικής στήριξης και
υπηρεσιών, στην εκπαίδευση τους
II.    Την προώθηση στην αγορά της πρωτογενούς παράγωγης τους, αλλά
ιδιαίτερα μετά από συσκευασία και επεξεργασία, για καλυτέρους όρους και με μεγαλύτερη υπεραξία.
III.    Την παρέμβαση τους στα κοινωνικά δρώμενα και τις κοινωνικές ανάγκες των μελών τους (υγεία, παιδεία, πολιτισμός, περιβάλλον, ασφάλεια, συντάξεις κ.α).
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο ρόλος τους είναι οικονομικός και κοινωνικός.
Σήμερα στην Ελλάδα εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις (κυρίως στους δυο πρώτους τομείς κάποιων πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών), οι συνεταιρισμοί, οι Ενώσεις, η ΠΑΣΕΓΕΣ αλλά και οι κλαδικές τριτοβάθμιες οργανώσεις λειτουργούν αντίθετα με τις τρεις βασικές συνεταιριστικές αρχές και όχι σε όφελος των αγροτών, της εθνικής οικονομίας και της κοινωνίας, ειδικά της υπαίθρου. Και αυτό διότι με το καθεστώς διανομής των επιδοτήσεων ( οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 40% του αγροτικού εισοδήματος σήμερα και σε κάποιες καλλιέργειες και κλάδους κτηνοτροφίας το 80-90% ), των αποσύρσεων και των δικαιωμάτων με τα πανωγραψίματα (ΟΣΔΕ), δημιουργήθηκε το ανώμαλο καθεστώς να μην αμείβεται η παραγωγή (εργασία, κεφάλαιο, ποιότητα, κ.λ.π.), αλλά η σχέση των συνεταιρισμών με την εξουσία και την κυβέρνηση, η σχέση των παραγωγών με την διοίκηση και αντίστροφα, με αποτέλεσμα τη μετατροπή τους σε εκλογικούς μηχανισμούς με πελατειακές σχέσεις .

packing house koupakiaΓια την αποτελεσματικότερη λειτουργία του παραπάνω σχήματος γίνανε και οι απαραίτητες νομοθετικές ρυθμίσεις τόσο για το άβατο του συστήματος όσο και για την ασυλία του. Κατά τα κυβερνητικά πρότυπα, κανείς δεν τιμωρήθηκε για σωρεία αποδεδειγμένων εγκλημάτων π.χ, ΟΣΔΕ (1.104,73 εκατομμύρια ευρώ πρόστιμα από 1999-2008 και κίνδυνος περικοπής 10% των ενισχύσεων κάθε χρόνο από εδώ και πέρα ).
Διαβάστε τη συνέχεια »

του Γιώργου  Κολοβού, Παλιού Προέδρου της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Λάρισας-Τυρνάβου και Αγιάς, 19ο τεύχος “Δρόμου των Αγροτών”, Ιανουάριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος 2009

Οι μεγάλες Αγροτικές εξεγέρσεις και συγκρούσεις στις αρχές του 20ου Αιώνα (Κιλελέρ), είχαν ως αποτέλεσμα των διαδοχικών απαλλοτριώσεων  που επακολούθησαν με τελευταία αυτή του 1928, τη διαμοίραση της γης στους φυσικούς δικαιούχους, τους έως τότε Κολίγους.
Συνεπώς δυνάμεθα να ισχυριστούμε ότι σε γενικές γραμμές το βασικό για τον αγροτικό κόσμο ζήτημα της γης κατά το μεγαλύτερο μέρος του λύθηκε στην πρώτη του φάση.
Κρατικές καλλιεργήσιμες εκτάσεις έχουν μείνει ελάχιστες.
Παραμένει όμως το ζήτημα των εναπομεινάντων τσιφλικιών σε δασικές και ορεινές περιοχές και κυρίως παραμένει το θέμα της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας.

Έκτοτε, συνέπεια των εκάστοτε κυβερνητικών «Αγροτικών πολιτικών», αλλά κυρίως των καπιταλιστικών κανόνων λειτουργίας, παρατηρήθηκε ως ήταν φυσικό, συρρίκνωση του κυρίως αγροτικού πληθυσμού με συγκέντρωση της γης σε όλο και μικρότερα ποσοστά πληθυσμού.
Ιδιαίτερα μετά τη μεταπολίτευση οι ρυθμοί συγκέντρωσης της γης επιταχύνθηκαν, με το ποσοστό του Αγροτικού πληθυσμού από 25% να κατέβει στο ήμισυ και πλέον, καθιστώντας την καπιταλιστική ολοκλήρωση στην Ύπαιθρο, τηρουμένων των Ελληνικών αναλογιών , σχεδόν τελεσμένη.
Σε ορισμένες περιοχές κατεξοχήν αγροτικές  η μείωση του αγροτικού πληθυσμού είναι πολύ μεγαλύτερη, όπως π.χ. στην περιοχή του Τυρνάβου. Το γεγονός αυτό, της μείωσης του Αγροτικού πληθυσμού, συμβάλλει από αυτήν την άποψη στην μικρή  μαζικότητα των κινητοποιήσεων έναντι προηγούμενων δεκαετιών και στη γήρανση του  πληθυσμού στα χωριά, με τη μετακίνηση των στα μεγάλα αστικά ή τοπικά κέντρα.
Παρά τους ραγδαίους ρυθμούς η ήπια αυτή αναδιανομή της γης συντελείται με στρεβλό τρόπο, κυρίως όχι από τους «φυσικούς φορείς» τους αγρότες , αλλά από άλλα μικροαστικά στρώματα όπως επιστήμονες , δημοσίους υπαλλήλους και άλλους. Δεδομένης της χαμηλής απόδοσης των αγροτικών εκμεταλλεύσεων και της δεινής θέσης των αγροτών, θα οδηγηθούμε σε εγκατάλειψη  μεγάλου μέρους καλλιεργήσιμης γης.fairoaks_milk_vats

Η ταξική λοιπόν διαστρωμάτωση των αγροτών πλην ενός ελάχιστου, μετρημένου στα δάχτυλα μέρους μεγαλοϊδιοκτητών, αποτελείται κατά κύριο λόγο από μεσαίους κατόχους γης , καθώς επίσης και ενός σημαντικού και πολυάριθμου μέρους μικροκατόχων γης, οι οποίοι όμως δεν ασχολούνται κατά κύριο επάγγελμα με την εκμετάλλευση της. Αποτελούν στην πλειοψηφία των, την αποκαλούμενη γενιά των 700 Ευρώ.
Τα προαναφερθέντα οξύνονται εξ αιτίας του κατακερματισμού των εκμεταλλεύσεων, την παντελή έλλειψη σχεδίου αναδιαρθρώσεων, την μη ανάπτυξη καλλιεργειών βιολογικής κατεύθυνσης καθώς και της μεγάλου βαθμού πολυκαλλιέργειας.
Η ζοφερή εικόνα της Υπαίθρου ολοκληρώνεται με την τάση φυγής και ερήμωσής της, την γήρανση του πληθυσμού, την επικίνδυνη εμφάνιση  αντιλήψεων απαξίωσης και ανταγωνισμού με τα αστικά κέντρα και τις άλλες λαϊκές κατηγορίες και στρώματα του πληθυσμού.
Το ζήτημα είναι τόσο σοβαρό που υποχρεώνει τη λήψη ιδιαίτερης μέριμνας.
Σαν μία αρχική ιδέα θα μπορούσε να εξετασθεί η κατά προτίμηση (έναντι αποζημίωσης) μεταβίβαση μέσω συνεταιριστικών διαδικασιών της γης στους αγρότες, με πιθανή πρόβλεψη της αλλαγής του κληρονομικού δικαίου και την ίδρυση συνεταιριστικής τράπεζας γης.
Η συνοπτική αυτή περιγραφή της κατάστασης , που ασφαλώς περιέχει και πολλές ανακρίβειες και λανθασμένες προσεγγίσεις, επιλέχθηκε για να θεμελιωθεί η αντίληψη ότι τυχόν μέτρα , ρυθμίσεις και αλλαγές στο νομικό πλαίσιο με έμφαση στο Συνεταιριστικό ή Συνδικαλιστικό Νομοσχέδιο, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τη σημερινή κατάσταση και να προτείνει  τρόπους αντιμετώπισης στο υπάρχoν κοινωνικό σύστημα, αλλά αποτολμώ επίσης να πω, ότι απαιτείται να χαράσσει δρόμους και να συνδέεται με τη Σοσιαλιστική προοπτική.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Older Posts »