του Γιώργου Κολοβού, Παλιού Προέδρου της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Λάρισας-Τυρνάβου και Αγιάς, 19ο τεύχος “Δρόμου των Αγροτών”, Ιανουάριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος 2009
Οι μεγάλες Αγροτικές εξεγέρσεις και συγκρούσεις στις αρχές του 20ου Αιώνα (Κιλελέρ), είχαν ως αποτέλεσμα των διαδοχικών απαλλοτριώσεων που επακολούθησαν με τελευταία αυτή του 1928, τη διαμοίραση της γης στους φυσικούς δικαιούχους, τους έως τότε Κολίγους.
Συνεπώς δυνάμεθα να ισχυριστούμε ότι σε γενικές γραμμές το βασικό για τον αγροτικό κόσμο ζήτημα της γης κατά το μεγαλύτερο μέρος του λύθηκε στην πρώτη του φάση.
Κρατικές καλλιεργήσιμες εκτάσεις έχουν μείνει ελάχιστες.
Παραμένει όμως το ζήτημα των εναπομεινάντων τσιφλικιών σε δασικές και ορεινές περιοχές και κυρίως παραμένει το θέμα της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας.
Έκτοτε, συνέπεια των εκάστοτε κυβερνητικών «Αγροτικών πολιτικών», αλλά κυρίως των καπιταλιστικών κανόνων λειτουργίας, παρατηρήθηκε ως ήταν φυσικό, συρρίκνωση του κυρίως αγροτικού πληθυσμού με συγκέντρωση της γης σε όλο και μικρότερα ποσοστά πληθυσμού.
Ιδιαίτερα μετά τη μεταπολίτευση οι ρυθμοί συγκέντρωσης της γης επιταχύνθηκαν, με το ποσοστό του Αγροτικού πληθυσμού από 25% να κατέβει στο ήμισυ και πλέον, καθιστώντας την καπιταλιστική ολοκλήρωση στην Ύπαιθρο, τηρουμένων των Ελληνικών αναλογιών , σχεδόν τελεσμένη.
Σε ορισμένες περιοχές κατεξοχήν αγροτικές η μείωση του αγροτικού πληθυσμού είναι πολύ μεγαλύτερη, όπως π.χ. στην περιοχή του Τυρνάβου. Το γεγονός αυτό, της μείωσης του Αγροτικού πληθυσμού, συμβάλλει από αυτήν την άποψη στην μικρή μαζικότητα των κινητοποιήσεων έναντι προηγούμενων δεκαετιών και στη γήρανση του πληθυσμού στα χωριά, με τη μετακίνηση των στα μεγάλα αστικά ή τοπικά κέντρα.
Παρά τους ραγδαίους ρυθμούς η ήπια αυτή αναδιανομή της γης συντελείται με στρεβλό τρόπο, κυρίως όχι από τους «φυσικούς φορείς» τους αγρότες , αλλά από άλλα μικροαστικά στρώματα όπως επιστήμονες , δημοσίους υπαλλήλους και άλλους. Δεδομένης της χαμηλής απόδοσης των αγροτικών εκμεταλλεύσεων και της δεινής θέσης των αγροτών, θα οδηγηθούμε σε εγκατάλειψη μεγάλου μέρους καλλιεργήσιμης γης.
Η ταξική λοιπόν διαστρωμάτωση των αγροτών πλην ενός ελάχιστου, μετρημένου στα δάχτυλα μέρους μεγαλοϊδιοκτητών, αποτελείται κατά κύριο λόγο από μεσαίους κατόχους γης , καθώς επίσης και ενός σημαντικού και πολυάριθμου μέρους μικροκατόχων γης, οι οποίοι όμως δεν ασχολούνται κατά κύριο επάγγελμα με την εκμετάλλευση της. Αποτελούν στην πλειοψηφία των, την αποκαλούμενη γενιά των 700 Ευρώ.
Τα προαναφερθέντα οξύνονται εξ αιτίας του κατακερματισμού των εκμεταλλεύσεων, την παντελή έλλειψη σχεδίου αναδιαρθρώσεων, την μη ανάπτυξη καλλιεργειών βιολογικής κατεύθυνσης καθώς και της μεγάλου βαθμού πολυκαλλιέργειας.
Η ζοφερή εικόνα της Υπαίθρου ολοκληρώνεται με την τάση φυγής και ερήμωσής της, την γήρανση του πληθυσμού, την επικίνδυνη εμφάνιση αντιλήψεων απαξίωσης και ανταγωνισμού με τα αστικά κέντρα και τις άλλες λαϊκές κατηγορίες και στρώματα του πληθυσμού.
Το ζήτημα είναι τόσο σοβαρό που υποχρεώνει τη λήψη ιδιαίτερης μέριμνας.
Σαν μία αρχική ιδέα θα μπορούσε να εξετασθεί η κατά προτίμηση (έναντι αποζημίωσης) μεταβίβαση μέσω συνεταιριστικών διαδικασιών της γης στους αγρότες, με πιθανή πρόβλεψη της αλλαγής του κληρονομικού δικαίου και την ίδρυση συνεταιριστικής τράπεζας γης.
Η συνοπτική αυτή περιγραφή της κατάστασης , που ασφαλώς περιέχει και πολλές ανακρίβειες και λανθασμένες προσεγγίσεις, επιλέχθηκε για να θεμελιωθεί η αντίληψη ότι τυχόν μέτρα , ρυθμίσεις και αλλαγές στο νομικό πλαίσιο με έμφαση στο Συνεταιριστικό ή Συνδικαλιστικό Νομοσχέδιο, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τη σημερινή κατάσταση και να προτείνει τρόπους αντιμετώπισης στο υπάρχoν κοινωνικό σύστημα, αλλά αποτολμώ επίσης να πω, ότι απαιτείται να χαράσσει δρόμους και να συνδέεται με τη Σοσιαλιστική προοπτική.
Διαβάστε τη συνέχεια »